- λιβανωτοπώλης
- λιβανωτο-πώλης, ὁ, der Weihrauchverkäufer
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
λιβανωτοπώλης — λιβανωτοπώλης, ὁ (Α) αυτός που πουλά λιβάνι. [ΕΤΥΜΟΛ. < λιβανωτός + πώλης (< πωλῶ)] … Dictionary of Greek
λιβανωτοπώλης — dealer in frankincense masc nom sg λιβανωτοπωλέω deal in frankincense imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λιβανωτοπῶλαι — λιβανωτοπώλης dealer in frankincense masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λιβανωτοπωλώ — λιβανωτοπωλῶ, έω (Α) [λιβανωτοπώλης] πουλώ λιβάνι, είμαι λιβανωτοπώλης … Dictionary of Greek
λιβανωτοπώλιον — λιβανωτοπώλιον, τὸ (Α) [λιβανωτοπώλης] τόπος όπου πουλούσαν λιβάνι … Dictionary of Greek